Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση Ε.Ε.: Το Ελληνικό Γιαούρτι

Αποκλειστικά έγγραφα για την ονομασία ‘ελληνικό γιαούρτι’, το μπλοκαζ της Επιτροπής επί σχεδίου νόμου της Τσεχίας, τις απαντήσεις των Τσεχικών αρχών, και τις επιστολές που ανταλλάχθηκαν μεταξύ Ελλάδας και Επιτροπής.

Είναι γνωστό ότι το ελληνικό γιαούρτι αποτελεί ένα ευαίσθητο θέμα για την Ελλάδα ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα προϊόντα της σε όλο τον κόσμο. Η ονομασία του, όμως, δεν προστεύεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1151/2012 για Προστατευόμενες Ονομασίες Προέλευσης (ΠΟΠ)[1] και Προστατευόμενες Γεωγραφικές Ενδείξεις (ΠΓΕ)[2], (όπως π.χ. το ελληνικό τυρί Μανουρί (ΠΟΠ), αφήνοντας τον όρο αυτό ελεύθερο προς χρήση σε οποιοδήποτε γιαούρτι.

Στις 7 Απριλίου 2015, η Τσεχία κοινοποίησε ένα σχέδιο νομοθετήματος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕπ.), σύμφωνα με την Οδηγία 98/34/ΕΚ, το οποίο, μεταξύ άλλων, προέβλεπε την χρήση του όρου «ελληνικό γιαούρτι» για γιαούρτι παρασκευασμένο στην Τσεχία. Ειδικότερα, το σχέδιο περιλάμβανε τις ακόλουθες διατάξεις:

  • παράγραφος 12(5): «Τα γιαούρτια των οποίων η περιεκτικότητα σε ξηρά ουσία έχει αυξηθεί με την αφαίρεση του ορού γάλακτος και τα οποία περιέχουν τουλάχιστον 5,6% πρωτεΐνες γάλακτος σε συμπυκνωμένη μορφή που δεν έχουν προστεθεί τεχνικά θα φέρουν την ένδειξη ‘ελληνικό γιαούρτι’»
  • παράγραφος 12(6): «Τα γιαούρτια που περιέχουν τουλάχιστον 5.6% πρωτεΐνες, μετά από τεχνική πρόσθεση συμπυκνωμένων συστατικών πρωτεϊνούχου γάλακτος πριν από την έναρξη της διαδικασίας ζύμωσης, θα φέρουν την ένδειξη ‘γιαούρτι ελληνικού στυλ’ ή ‘γιαούρτι ελληνικού τύπου’»

Η ΕΕπ. επεσήμανε άμεσα ότι, παρά την μη προστασία του όρου «ελληνικό γιαούρτι» ως ΠΟΠ/ΠΓΕ, οι ανωτέρω διατάξεις ήταν προβληματικές όσον αφορά στην ορθή πληροφόρηση των καταναλωτών (Κανονισμός 1169/2011). Συγκεκριμένα, στην πρώτη αξιολόγηση του ανωτέρω νομοθετήματος (3 Ιουλίου 2015), η ΕΕπ. τόνισε ότι η χρήση του όρου «ελληνικό γιαούρτι» μπορεί να οδηγήσει τους καταναλωτές να υποθέσουν ότι «το γιαούρτι παράγεται σύμφωνα με μια συγκεκριμένη Ελληνική μέθοδο παρασκευής ή παραγωγής γιαουρτιών ή ως ένδειξη της χώρας προέλευσης των κύριων συστατικών», γεγονός που ενδέχεται να τους παραπλανήσει σχετικά με τις ιδιότητες του προϊόντος  (άρθρο 7(1)(α) του Κανονισμού 1169/2011 [3]). Η ΕΕπ. κάλεσε επίσης τις Τσεχικές αρχές να αιτιολογήσουν τη χρήση δύο διακριτών όρων: «ήτοι ‘Ελληνικό γιαούρτι’ ή ‘ γιαούρτι ελληνικού στυλ/ ‘γιαούρτι ελληνικού τύπου’ ανάλογα με το εάν στο προϊόν προστέθηκαν τεχνητά ή όχι πρωτεΐνες μέχρι το όριο του 5,6%

Στην απάντηση τους (9 Σεπτεμβρίου 2015), οι Τσεχικές αρχές έθιξαν μόνον το γεγονός ότι το σχέδιο προέβλεπε έναν de facto ορισμό του «ελληνικού στυλ» ή «ελληνικού τύπου» γιαουρτιού, διαβεβαιώνοντας την ΕΕπ ότι η ήδη υπάρχουσα ρήτρα αμοιβαίας αναγνώρισης  στην Τσεχική νομοθεσία «δεν θα εμπόδιζε την είσοδο στην αγορά της Τσεχίας προϊόντων που κατασκευάζονται σε άλλα κράτη μέλη με άλλα πρότυπα αλλά φέρουν την ίδια ονομασία». Σε μεταγενέστερες απαντήσεις τους (1η Φεβρουαρίου και 31 Μαΐου 2016), οι Τσεχικές αρχές πρότειναν, μεταξύ άλλων, την αναδιατύπωση μόνον της παρ. 12(5) του σχεδίου, ώστε να διασφαλιστεί ότι ο όρος «ελληνικό γιαούρτι» είναι ετικέτα την οποία θα χρησιμοποιούν εθελοντικά οι παραγωγοί, ότι το προϊόν θα πρέπει να έχει «παρασκευαστεί με την παραδοσιακή μέθοδο» (δηλαδή την αφαίρεση του ορού γάλακτος και την περίληψη ποσοστού 5,6% πρωτεϊνών γάλακτος που δεν έχουν προστεθεί τεχνικά), και ότι ο «κατασκευαστής θα πρέπει να αναφέρει τη χώρα προέλευσης….» (σ.σ. την Τσεχία).

Η ΕΕπ., ωστόσο, δεν έμεινε ικανοποιημένη από τη λύση αυτή. Στη δεύτερη αξιολόγηση (19 Οκτωβρίου 2016), τόνισε ότι «θα πρέπει να αποφεύγεται η νομιμοποίηση εμπορικών πρακτικών που χρησιμοποιούν όρους με δυνατότητα προσέλκυσης των καταναλωτών, αλλά οι οποίες πρακτικές θα μπορούσαν να είναι προβληματικές όσον αφορά στην παραπλάνηση των καταναλωτών». Επεσήμανε δε ότι η προτεινόμενη λύση δεν εγγυούνταν την ορθή ενημέρωση των καταναλωτών, αφού «η χρήση του όρου ‘ελληνικό γιαούρτι’ για τα προϊόντα που παράγονται εκτός Ελλάδας θα εξαπατούσε τους καταναλωτές και θα δημιουργούσε αθέμιτο ανταγωνισμό στην αγορά της ΕΕ» και «η αναφορά του πραγματικού τόπου παραγωγής στην ετικέτα… δεν αρκεί…». Επίσης, αναφέρθηκε ότι η δημιουργία δύο διαφορετικών κατηγοριών («ελληνικό γιαούρτι» και γιαούρτι «ελληνικού στύλ»/«ελληνικού τύπου») «σε μια εθνική νομοθεσία … δεν φαίνεται απαραίτητη και τελικά χρήσιμη και ουσιαστική για τους καταναλωτές». Δεδομένων των ανωτέρω, η ΕΕπ. πρότεινε την πλήρη απαλοιφή του όρου «ελληνικό γιαούρτι» από το σχέδιο και την αντικατάσταση και των δύο παραγράφων 12(5) και 12(6) του σχεδίου με το εξής:

«Τα γιαούρτια με παχιά και κρεμώδη υφή που περιέχουν τουλάχιστον 5,6% πρωτεΐνες, των οποίων η περιεκτικότητα σε ξηρή ουσία έχει αυξηθεί με την αφαίρεση του ορού γάλακτος ή με την τεχνητή προσθήκη συμπυκνωμένων συστατικών πρωτεϊνούχου γάλακτος πριν από την έναρξη της διαδικασίας ζύμωσης, δύνανται να φέρουν τις ονομασίες ‘γιαούρτι ελληνικού τύπου’, ‘γιαούρτι ελληνικού στυλ’, ή ‘γιαούρτι ελληνικής συνταγής’. Οι παραγωγοί δύνανται να/θα παρέχουν στην ετικέτα συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο (παραγωγής)»

Στην τελική απάντηση των Τσεχικών αρχών (24 Νοεμβρίου 2016) αναφέρεται ότι «θα υιοθετήσουμε τις κατάλληλες νομοθετικές διατάξεις για την προσαρμογή του κοινοποιηθέντος σχεδίου».

Στα θέμα ενεπλάκη και η Ελληνική πλευρά, δεδομένης της σημασίας του θέματος για την Ελλάδα. Ο Έλληνας Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων απέστειλε επιστολή (Ιούλιος 2016), εκφράζοντας σοβαρές επιφυλάξεις για τη χρήση του όρου «ελληνικό γιαούρτι» στο Τσεχικό σχέδιο. Ο Επίτροπος της ΕΕ για την Υγεία και την Ασφάλεια των Τροφίμων απάντησε (Σεπτέμβριος 2016) ότι «το ελληνικό γιαούρτι … θεωρείται γενικά και εκλαμβάνεται ως ένδειξη προέλευσης … (δηλ. γιαούρτι που προέρχεται από την Ελλάδα)», εγείροντας παρόμοια επιχειρήματα με αυτά της αξιολόγησης της ΕΕπ. τον Οκτώβριο του 2016 (ανωτέρω). Όσον αφορά στην παρατήρηση του Έλληνα Υπουργού σχετικά με παραπληρόφορηση  των καταναλωτών από τους όρους που προτείνει η ΕΕπ ως εναλλακτικές λύσεις («γιαούρτι ελληνικού τύπου», «γιαούρτι ελληνικού στύλ», «γιαούρτι ελληνικής συνταγής») για την περιγραφή των «γιαουρτιών (τα οποία) έχουν παχιά και κρεμώδη υφή λόγω συγκεκριμένων μεθόδων παραγωγής», ο Επίτροπος πρότεινε αξιολόγηση της κάθε περίπτωσης μεμονωμένα.

Ο Έλληνας Υπουργός έθεσε και πάλι το ζήτημα σε μια δεύτερη επιστολή του (Οκτώβριος 2016), υποδεικνύοντας ότι οι εναλλακτικές της ΕΕπ. δεν επιλύουν αποτελεσματικά το θέμα, καθώς εγείρονται προβλήματα από «τον συνδυασμό όρων όπως τύπος/στυλ/συνταγή με την αναφορά στο σύνολο της επικράτειας μιας χώρας… για τον χαρακτηρισμό ενός προϊόντος ως έχον ιδιαίτερα χαρακτηριστικά», και προτείνοντας τον όρο «στραγγιστό γιαούρτι» ως εναλλακτική. Ακολούθησε διμερής συνάντηση (12 Δεκεμβρίου 2016) μεταξύ του Υπουργού και του Επιτρόπου, καθώς και γραπτή απάντηση του τελευταίου (6 Φεβρουαρίου 2017), στην οποία υπογράμμισε ότι το ελληνικό γιαούρτι δεν προστατεύεται ως ΠΟΠ/ΠΓΕ και επομένως δεν έχει εφαρμογή ο Κανονισμός 1151/2012. Ο Επίτροπος ισχυρίστηκε επίσης ότι «η χρήση γεωγραφικών ενδείξεων που αναφέρονται σε ολόκληρη επικράτεια μιας χώρας … μαζί με όρους όπως τύπος /στυλ/συνταγή μπορούν να θεωρηθούν ως πραγματικές πληροφορίες», και έτσι, με αυτόν τον τρόπο, αποφεύγονται συγκρούσεις με τον Κανονισμό 1169/2011 (παραπληροφόρηση κατανωλώτων).

Από τα έγγραφα τα οποία αποκαλύπτουμε, φαίνεται ότι η ΕΕπ., εφαρμόζοντας το δίκαιο της ΕΕ, διατήρησε μια κυρίως τεχνοκρατική και νομική θέση, καταφέρνοντας όμως να λάβει ίσες αποστάσεις μεταξύ των θέσεων της Ελλάδας και της Τσεχίας. Το περιστατικό αυτό τονίζει τον εξαιρετικά πολύπλοκο και πολυεπίπεδο χαρακτήρα της διακυβέρνησης εντός της ΕΕ, και μάλιστα συχνά για ζητήματα που δεν θεωρούνται υψηλού επιπέδου πολιτικής (high level politics), στα οποία τo υπερεθνικό αλλά και εθνικά επίπεδα πολλών κρατών μελών εμπλέκονται σε μεγάλο βαθμό στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων ενός κράτους μέλους (στην προκειμένη περίπτωση της Τσεχίας). Τα ανωτέρω επίσης αποδεικνύουν την επιτυχία και τη μοναδικότητα της ΕΕ στην επίλυση προβλημάτων που ανακύπτουν μεταξύ διαφορετικών χωρών και τα οποία διαφορετικά θα λυνόντουσαν πολύ δυσκολότερα και με περισσότερο αμφίβολα αποτελέσματα.


[1] Αφορά «προϊόντα που παράγονται, υφίστανται επεξεργασία και προετοιμάζονται σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, χρησιμοποιώντας την αναγνωρισμένη τεχνογνωσία των τοπικών παραγωγών και των συστατικών της περιοχής»

[2] Αφορά «προϊόντα των οποίων η ποιότητα ή η φήμη συνδέονται με το ρυθμό ή την περιοχή παραγωγής, μεταποίησης ή προετοιμασίας, αν και τα χρησιμοποιούμενα συστατικά δεν πρέπει απαραίτητα να προέρχονται από αυτή τη γεωγραφική περιοχή»

[3] «Οι πληροφορίες για τα τρόφιμα δεν πρέπει να είναι παραπλανητικές, ιδίως: α) όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του τροφίμου και ιδίως τη φύση, την ταυτότητα, τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διάρκεια, τη χώρα καταγωγής ή τον τόπο προέλευσης , μέθοδος παρασκευής ή παραγωγής»

mm

Alexandros Kyriakidis

Υποψ. Διδάκτωρ και Υπέυθυνος της Μονάδας Έρευνας EUPOLDEM στο Τμήμα Διεθών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

error: Content is protected !!